μουσικα νεα

[μουσικα νεα][bsummary]

Κοινωνια

[κοινωνια][bsummary]

life style

[life style][bsummary]

αθλητικα

[αθλητικα][bsummary]

ΚΥΠΡΟΣ

[Κύπρος][bsummary]

Ποίηση: Η τέχνη που αυτοκτονεί



Για την τέχνη της ποίησης που σήμερα έχει ξεπέσει, μίλησε στον «Π» ο Κώστας Κουτσουρέλης, στο πλαίσιο παρουσίασης στην Κύπρο του νέου του βιβλίου. «Οι ποιητές της εποχής μας το αρνούνται ή το απωθούν…», τονίζει και εξηγεί ότι λειτουργεί εδώ ο αμυντικός μηχανισμός της άρνησης ή της μετακύλισης της ευθύνης σε τρίτους: στην «αμορφωσιά» του κοινού, στην τακτική των εκδοτών, στους δημοσιογράφους και τα μέσα του Τύπου. Την ίδια ώρα συμβαίνει το εξής παράδοξο: ενώ η ποίηση δεν πουλιέται στα βιβλιοπωλεία, δεν διαβάζεται, οι ποιητές αυξάνονται και πληθύνονται. Από κορυφαίο λογοτεχνικό είδος διεθνώς, ιδιαίτερα λαοφιλές, η ποίηση έγινε σήμερα ενασχόληση του περιθωρίου. Σύμφωνα με τον κ. Κουτσουρέλη, στα πανεπιστήμια η διδασκαλία της ποίησης συρρικνώνεται διαρκώς. Την τελευταία εικοσαετία ένας μόλις ποιητής αξιώθηκε το Βραβείο Νομπέλ, ενώ την προηγούμενη εικοσαετία ο ένας στους δύο λογοτέχνες που το έπαιρναν ήταν ποιητής. «Όταν μια τέχνη χάνει το κοινό της, αφυδατώνεται, κλείνεται στα τείχη της εσωστρέφειας, τείνει να αδιαφορεί για τα μεγάλα δημόσια θέματα, για τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των πολλών», παρατηρεί. «Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα ένα πολύ μεγάλο μέρος των ποιημάτων που γράφονται μιλούν για την ποίηση. Η αυτοαναφορικότητα, ο ναρκισσισμός, ακόμη και ένας σνομπισμός απέναντι στους μη ποιητές, είναι σταθερό χαρακτηριστικό των βιβλίων που εκδίδονται».
Με βασική του θέση ότι η ποίηση έχει ξεπέσει και ότι επιτέλους κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό, ο κριτικός, ποιητής, μεταφραστής και διευθυντής της επιθεώρησης λόγου και ιδεών «Νέο Πλανόδιον» παρουσίασε στις 4 και 5 Νοεμβρίου, σε Λευκωσία και Λεμεσό αντίστοιχα, το νέο του βιβλίο «Η τέχνη που αυτοκτονεί», με συνομιλητές τους καθηγητές Παντελή Βουτουρή, Αχιλλέα Αιμιλιανίδη και Μαρίνο Πουργούρη. Να σημειωθεί ότι προηγήθηκε η οργάνωση από τον Δήμο Αγίας Νάπας του 4ου συμποσίου Σεφέρη «Μέρες Σεφέρη» εις μνήμην του Σάββα Παύλου, όπου συμμετείχε και ο κ. Κουτσουρέλης.

– Στην αρχή του βιβλίου σας συναντάμε μια διαπίστωση: σε σύγκριση με άλλες μορφές τέχνης, η ποίηση στον καιρό μας έχει ξεπέσει εντυπωσιακά. Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε το σκηνικό και να μας πείτε αν το αντιλαμβάνονται οι σημερινοί ποιητές;

Δεν είναι ότι οι σημερινοί ποιητές δεν αντιλαμβάνονται τον ξεπεσμό της τέχνης τους. Ιδιωτικά, το ομολογούν περίπου οι πάντες. «Δεν μας διαβάζουν», «μας αγνοούν», τέτοια ακούς διαρκώς στις ποιητικές ομηγύρεις. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη διαπίστωση το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής συντεχνίας την απωθεί ή αναζητά τρόπους να την υποβαθμίσει, να της αφαιρέσει το ενοχλητικό κεντρί. Λειτουργεί εδώ ο αμυντικός μηχανισμός της άρνησης δηλαδή, ή της μετακύλισης της ευθύνης σε τρίτους: στην «αμορφωσιά» του κοινού, λ.χ., στην τακτική των εκδοτών, στους δημοσιογράφους και τα μέσα του Τύπου κ.ο.κ. Πολύ δημοφιλής είναι ο μύθος ότι πάντοτε τα πράγματα ήταν έτσι, ότι ποτέ η ποίηση δεν είχε αναγνώστες και ακροατές. Φυσικά, ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Η ποίηση έως πολύ πρόσφατα, στην Ελλάδα μέχρι τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ήταν λαοφιλέστατη, συχνά ήταν η πιο λαϊκή και διαδεδομένη τέχνη. Αντίθετα, σήμερα τα εκατοντάδες ποιητικά βιβλία που κυκλοφορούν δεν φτάνουν καν στα βιβλιοπωλεία, τόσο ασήμαντη είναι η ζήτησή τους. Και το κύρος των ποιητών έχει τόσο τρωθεί ώστε ακόμη και οι ακαδημαϊκοί θεσμοί πλέον τους προσπερνούν. Στα πανεπιστήμια λ.χ. η διδασκαλία της ποίησης συρρικνώνεται διαρκώς. Την τελευταία εικοσαετία ένας μόλις ποιητής αξιώθηκε το Βραβείο Νομπέλ, ενώ την προηγούμενη εικοσαετία ο ένας στους δύο λογοτέχνες που το έπαιρναν ήταν ποιητής.
Το βιβλίο «Η τέχνη που αυτοκτονεί» παρουσιάστηκε από το συγγραφέα σε Λευκωσία και Λεμεσό. 

– Πόσο επικίνδυνο είναι για μία τέχνη να έχει απολέσει το κοινό της;
Δείτε τι γίνεται με τη σημερινή όπερα, με τους σημερινούς συνθέτες της λόγιας μουσικής. Ελάχιστα ακούγονται, σπάνια παίζονται κι αυτό σε άδειες αίθουσες. Εκατομμύρια άνθρωποι ακούν φανατικά Μότσαρτ ή Μπαχ. Αν τους ρωτήσεις όμως να σου ονομάσουν έργα τωρινών συνθέτων που αγαπούν ή έστω γνωρίζουν, θα δυσκολευτούν πολύ να σου αναφέρουν έστω και ένα. Σημάδι για το πόσο η στροφή των μοντερνιστών συνθετών προς την ατονικότητα (του Σένμπεργκ και των διαδόχων του), τους αποξένωσε πλήρως από το ακροατήριό τους. Όταν μια τέχνη χάνει το κοινό της, αφυδατώνεται, κλείνεται στα τείχη της εσωστρέφειας, τείνει να αδιαφορεί για τα μεγάλα δημόσια θέματα, για τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των πολλών. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα ένα πολύ μεγάλο μέρος των ποιημάτων που γράφονται μιλούν για την… ποίηση. Η αυτοαναφορικότητα, ο ναρκισσισμός, ακόμη και ένας σνομπισμός απέναντι στους μη ποιητές, είναι σταθερό χαρακτηριστικό των βιβλίων που εκδίδονται.

«Όταν μια τέχνη χάνει το κοινό της, αφυδατώνεται, κλείνεται στα τείχη της εσωστρέφειας, τείνει να αδιαφορεί για τα μεγάλα δημόσια θέματα, για τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των πολλών», λέει στον «Π» ο Κώστας Κουτσουρέλης.

– Ποιοι άλλοι ευθύνονται γι’ αυτή την κατάντια;
Ένα μέρος της κριτικής, της φιλολογίας και της δημοσιογραφίας είναι ασφαλώς συνυπεύθυνο. Με την έννοια ότι δεν θέλει ή διστάζει να παραδεχτεί δημοσίως τα οφθαλμοφανή. Υπάρχουν μάλιστα και «θεωρητικοί της λογοτεχνίας» που αποπειρώνται να εξωραΐσουν την κατάσταση, να την κρύψουν πίσω από σοβαροφανή διανοήματα . Όμως η κύρια, η πρωτογενής ευθύνη είναι των ίδιων των ποιητών. Άλλωστε, στη μεγάλη τους πλειοψηφία όσοι σχολιάζουν σήμερα την ποίηση είναι και οι ίδιοι ποιητές. Απλώς, στις αντιλήψεις τις διαδεδομένες στους κόλπους της ποιητικής συντεχνίας έρχονται εκ των υστέρων να προσδώσουν κριτικό ή θεωρητικό επίχρισμα.

– Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον περασμένο Απρίλιο. Μέχρι σήμερα έχετε δεχτεί επικρίσεις για τις απόψεις-παρατηρήσεις σας;
Οι περισσότερες αντιδράσεις έως σήμερα ήταν θετικές έως πολύ θετικές. Λίγες μόνο περιείχαν σοβαρές επιφυλάξεις, κι αυτές σε επιμέρους συνήθως ζητήματα. Το σημειώνω εν μέρει με έκπληξη, γιατί περίμενα όντως μια περισσότερο απορριπτική στάση από μέρους των κριτικών και των σχολιογράφων. Φαίνεται όμως ότι η στιγμή ήταν ώριμη για μια τέτοιου είδους συζήτηση. Το διαπιστώνω και από τις αντιδράσεις του ακροατηρίου στις πολλές, παρουσιάσεις του βιβλίου που έχουν έως σήμερα γίνει. Εδώ στην Κύπρο λ.χ., στη Λευκωσία και τη Λεμεσό όπου μίλησα, άκουσα αρκετές αντιρρήσεις για τη μια ή την άλλη παρατήρησή μου. Όμως, συνολικά, οι τοποθετήσεις υπήρξαν επιβεβαιωτικές, ενισχυτικές μάλιστα της βασικής μου θέσης ότι η ποίηση έχει ξεπέσει και ότι επιτέλους κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό. Να πω ακόμη ότι παντού ο διάλογος ήταν ζωηρός και εστιασμένος, δείγμα ασφαλώς ότι το ενδιαφέρον για το ζήτημα είναι έντονο και ειλικρινές.

– Κάπου στο βιβλίο τονίζετε ότι «το πράγμα έφτασε στο αμήν με τον μοντερνισμό», για να πείτε πιο κάτω ότι «για ένα διάστημα η στάση αυτή είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλετάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής». Θα υποστηρίζατε ότι το ζητούμενο σήμερα είναι να κατανοηθεί ότι οι μεγάλοι μοντέρνοι και μεταμοντέρνοι, τους οποίους ενδεχομένως να θεωρούν «δασκάλους» και «φάρους» οι σύγχρονοι ποιητές, «έπαιξαν» μεν με τα «άκρα», αλλά συγχρόνως δεν αγνόησαν την ποιητική παιδεία αιώνων πριν;
Όλοι οι μεγάλοι του μοντερνισμού έπαιζαν στα δάχτυλα τον παραδοσιακό στίχο, τα μέτρα, τις ρίμες. Και μας έδωσαν σπουδαία έργα έτσι. Ας θυμηθούμε εδώ σε μας τον Ερωτικό λόγο του Σεφέρη, τον Επιτάφιο του Ρίτσου, τα Ρω του έρωτα του Ελύτη. Αν έγραψαν καλό ελεύθερο στίχο είναι ακριβώς επειδή, όπως είπε και ο Νάσος Βαγενάς, ήξεραν να γράφουν καλό έμμετρο. Για να αποδομήσεις κάτι δημιουργικά, πρέπει προηγουμένως να το έχει κατακτήσει. Ο τωρινός ελεύθερος στίχος προδίδει συνήθως άγνοια των αυστηρών μορφών, άγνοια των κανόνων του στίχου, σοβαρή έλλειψη ποιητικής παιδείας. Στο βιβλίο μου αφιερώνω αρκετές σελίδες στο ζήτημα, αλλά θα μπορούσα να γράψω και πολύ περισσότερες. Φυσικά δεν κομίζω γλαύκα ες Αθήνας. Οι πρώτοι που είχαν διαπιστώσει την προχειρότητα στην οποία μας οδηγεί ο άνευ ορίων και όρων ελεύθερος στίχος ήταν ο ΤΣ Έλιοτ και ο Έζρα Πάουντ – στα 1917 παρακαλώ. Και η θεραπεία που πρότειναν ήταν αυτή που προτείνω και εγώ: επανεξοικείωση με τον έμμετρο στίχο, ζύμωση με τους τεχνοτροπικούς κανόνες που μας έδωσαν τα μεγάλα κλασικά έργα.
– Σύμφωνα με τον τίτλο που επιλέξατε η τέχνη «αυτοκτονεί», δεν «αυτοκτόνησε». Είστε συγχρόνως αισιόδοξος ότι υπάρχει η δυνατότητα να αναστραφεί η εικόνα.
Αν πίστευα ότι η κατάσταση αυτή είναι ανίατη, δεν θα είχα λόγο να γράψω ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτήν. Ένα από τα καταληκτικά κεφάλαια της «Τέχνης που αυτοκτονεί», που το τιτλοφορώ «Αντιμανιφέστο», περιέχει τις προτάσεις μου σχετικά. Επιτρέψτε μου να παραπέμψω εκεί τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, ο χώρος εδώ δεν μας παίρνει. Όμως το λογικά πρότερο της ανάκαμψης είναι η συνειδητοποίηση, η επίγνωση του προβλήματος. Αυτή είναι το κύριο ζητούμενο σήμερα και σ’ αυτήν ιδίως επιθυμώ με τα γραφόμενά μου να συμβάλω.

«Αντισταθείτε στις σειρήνες της κολακείας»

– Στο περιοδικό που διευθύνετε, το «Νέο Πλανόδιον», υπάρχει αυτή την περίοδο ένα άνοιγμα σε νέους δημιουργούς του στίχου, με σκοπό την αξιολόγηση και δημοσίευση της δουλειάς τους. Τι θα συμβουλεύατε έναν επίδοξο ποιητή στο ξεκίνημά του;
Να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του πρώτα-πρώτα. Αν θέλει απλώς να εξασφαλίσει μια καλλιτεχνική ιδιότητα, τον τίτλο του λογοτέχνη για το βιογραφικό του, η ποίηση είναι ασφαλώς η πιο εύκολη λύση. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα βρεθεί κανείς για να του πει ευθέως τι πιστεύει για τα γραφτά του, παντού θα ακούει μόνο ενθαρρυντικά λόγια και επαίνους. Ένας νέος για να αντισταθεί στις σειρήνες της κολακείας, θέλει δύναμη. Όμως, αν τρέφει πράγματι φιλοδοξίες, αν θέλει να πάρει με αξιώσεις μια θέση στη μακραίωνη χορεία των σπουδαίων ποιητών της γλώσσας μας, αυτή τη δύναμη οφείλει να τη βρει. Πρέπει να είναι πρωτίστως αυτοκριτικός. Να μην εμπιστεύεται τα πρόχειρα και ιδιοτελή εύγε, να επιζητεί ο ίδιος την ευθύτητα και την ειλικρίνεια των άλλων, ιδίως των ομήλικών του – μάλιστα να την απαιτεί. Και βεβαίως να τους την ανταποδίδει, έστω κι αν ξέρει ότι πολλοί θα δυσαρεστηθούν από τη γνώμη του. Όμως έτσι προχωράει μια τέχνη, με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια, όχι με αμοιβαίες φιλοφρονήσεις και εκδουλεύσεις εκατέρωθεν.


Δεν υπάρχουν σχόλια: